Η θολή γραμμή των διαπολιτισμικών οριζόντων: για τον αντιρατσισμό και τους εορτασμούς του*

*πρόκειται για την πλήρη εκδοχή κειμένου που δημοσιεύτηκε συντομευμένο και με μικροαλλαγές ως επιστολή στον τοπικό τύπο της 25/6/2010.

________________________________________

Μας ρωτούσαν οι δημοσιογράφοι «Από πού είσαι;» κι εμείς απαντούσαμε «Είμαι μετανάστης»… αυτό θεωρώ ήταν ένα από τα δυνατά χαρτιά της απεργίας πείνας…

Αμπντουλά.

(Από τη σύντομη συνέντευξη με τους μετανάστες απεργούς πείνας του Νοέμβρη του 2008  https://fmkritis.wordpress.com/παλιοτερεσ-δρασεισ/).

Εντός έδρας στο «(δια-)πολιτισμικό» γήπεδο…

Ποια η θέση της πολιτισμικής διαφοράς στο λόγο και την πράξη του κινήματος αλληλεγγύης προς τους μετανάστες και του αντιρατσιστικού κινήματος ως τώρα; Μπορούμε να κάνουμε μερικές γενικές εκτιμήσεις και αποτιμήσεις.

Το πολιτισμικά μονολογικό ελληνικό κράτος επέλεξε κι επέβαλε την άνευ όρων πολιτισμική αφομοίωση των μεταναστών (πιο «εύκολο» με τους Αλβανούς και άλλους γείτονες, πιο «δύσκολο» με τους πιο μακρινούς) ως προϋπόθεση της οποιαδήποτε αποδοχής τους. Αυτό έγινε αφενός μέσα από την ενεργητική του αδιαφορία και εκκωφαντική σιωπή για τα πολιτισμικά (γλωσσικά, θρησκευτικά κ.α.) δικαιώματα των μεταναστών. Αφετέρου με το σιγοντάρισμα του διάχυτου κοινωνικού ρατσισμού και την ενορχήστρωση της κρατικής και παρακρατικής αυθαιρεσίας και βίας.

Αλλά θα ήταν λάθος να το δούμε αυτό ως μια μονοκόμματη αντίθεση του κράτους προς την πολιτισμική ποικιλομορφία. Αντίθετα, θα ήταν ίσως χρήσιμο να τη δούμε ως βασική επιλογή του ελληνικού κράτους αυτήν την έμμεση παραχώρηση του “πολιτισμικού πεδίου” στην αυτορρύθμιση των από κάτω και σε μεγάλο βαθμό στα γήπεδα της αριστεράς, της προοδευτικής διανόησης, της “κοινωνίας των πολιτών” και της αντιεξουσίας. Ήταν και είναι αυτή η παραχώρηση κομμάτι του ευρύτερου κοινωνικού, ταξικού και πολιτισμικού συμβιβασμού στην Ελλάδα. Βασικό σχήμα και πρόσχημα της «κοινωνικής συνοχής» που φαίνεται να μας αφήνει χρόνους.  Και γι’ αυτό η διαπολιτισμικότητα είναι τόσο αντίσταση όσο και συναίνεση.   Μιλάμε και για διαδικασίες διάχυτες στο εσκεμμένο κενό της κρατικής πολιτικής, που δε μπορούν να κριθούν μονοσήμαντα, όπως δεν υπαγόρευσαν και μονοσήμαντες αποκρίσεις.

Με άλλα λόγια ούτε από πλευράς του κινήματος αλληλεγγύης και αντιρατσιστικού κινήματος η αποδοχή του «πολιτισμικού» ως μόνου ή κυρίως νόμιμου πεδίου δράσης ούτε ήταν ούτε θα μπορούσε να είναι μονοκόμματη: απεναντίας, και αυτό είναι κρίσιμο, έχουν υπάρξει σημαντικές αντιστάσεις στο να «πολιτισμικοποιηθεί» το μεταναστευτικό, όπως έγινε σε άλλες χώρες της Ε.Ε.  Με το λόγο των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, με την ταξική αλληλεγγύη, με την άρνηση των πολιτικών της ταυτότητας, ακόμα και με τον διάχυτο κοινωνικό ανθρωπισμό.  Σημαντικοί αγώνες που δόθηκαν από ενεργά κομμάτια του μεταναστευτικού πληθυσμού ή που βρήκαν απήχηση στο μεταναστευτικό πληθυσμό δόθηκαν στο όνομα της αντίθεσης προς την κοινωνική υποβάθμιση και όχι στο όνομα της πολιτισμικής «ποικιλόμορφιας».

Και θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι έγιναν παρά και ενάντια στην πολιτισμική διαφορετικότητα, όχι αυτή καθ’ αυτή, αλλά ενάντια στην «αντιρατσιστική» μεσολάβηση αυτής.  Γιατί αυτή η μεσολάβηση ήταν σαφές, ακόμα κι αν δεν ήταν πλήρως συνειδητό σε ξένους κι Έλληνες, ότι δεν εξυπηρετούσε κανένα ζωτικό ενδιαφέρον και συμφέρον των μεταναστών, και παράλληλα δεν έθιγε κανένα από τα αντίστοιχα «δικαιώματα», όσων απολάμβαναν τέτοια δικαιώματα, εκμετάλλευσης και κοινωνικής καθυπόταξης των μεταναστών. Συνδεόταν με τα μεταναστευτικά συμφέροντα και τα δικαιώματα, αλλά όχι αυτονόητα, όχι ανώδυνα, όχι δίχως το στοιχείο μιας μόνιμης υποχώρησης και προσχώρησης λ.χ. της κοινής κοινωνικής δράσης στην πολιτισμική ανοχή, των κοινοτήτων αγώνα σε ιδέες περί συνύπαρξης, του αυτεξούσιου των μεταναστών σε θολά περιγράμματα ενδυνάμωσης.  Μπορούμε εδώ να ισχυριστούμε, σχηματικά βέβαια, ότι η σχέση μεταναστευτικής διεκδίκησης και αντιρατσιστικής δράσης με διαπολιτισμικό (ή και με αντιφασιστικό) πρόσημο ήταν και είναι μια σχέση προστριβής, μια σχέση που οι ίδιες πράξεις μιλούσαν άλλη γλώσσα. Και ότι η χωρίς πολλά-πολλά σύνδεση και καταχώρηση του μεταναστευτικού στον αντιρατσισμό ως κοινό παρονομαστή είναι χαρακτηριστικό των πιο συντηρητικών και αποπροσανατολιστικών τάσεων της αλληλεγγύης.

Ας δούμε ένα κεντρικό παράδειγμα αυτής της πολύπλοκης σχέσης: αν κάπου έπρεπε να δοθεί πολιτισμική μάχη στην Ελλάδα θα ήταν κυρίως το σχολείο, για μια ισότιμη αποδοχή της πολιτισμικής διαφοράς των μεταναστών μαθητών. Στο οποίο σχολείο, όμως, η διαρκής ήττα των διαπολιτισμικών αιτημάτων ως προς τον πρακτικό τους αντίκτυπο δε συγκίνησε (και δικαίως) τους μετανάστες, εφόσον το σημαντικό ήταν η αποδοχή των παιδιών στο μονοπολιτισμικό ελληνικό σχολείο. Η κοινή, ίσως, ερμηνεία είναι βέβαια ότι η διαπολιτισμικότητα ήταν και είναι ένα «ζήτημα πολυτελείας» και ότι οι μετανάστες από την πλευρά τους έκαναν και κάνουν μια πραγματιστική και απολύτως δικαιολογημένη και δίκαιη ιεράρχηση αναγκών και αιτημάτων. Και είναι πράγματι έτσι.

Αλλά δε μπορεί κανείς να το βλέπει μόνο έτσι, και να κλείνει τα μάτια στο ότι ενεργητικά, ο λόγος αποδοχής των παιδιών των μεταναστών στο σχολείο ήταν η κοινωνική πίεση των μεταναστών και η αντίληψη της εκπαιδευτικής κοινότητας περί του κοινωνικά δίκαιου και όχι του διαπολιτισμικά εφικτού.  Αυτό το τελευταίο θεωρήθηκε αυτονόητο.  Δε χρειάστηκε η αντιρατσιστική διαπολιτισμική μεσολάβηση για αυτήν την μεγάλη κοινωνική νίκη. Και υπάρχει μια γενική κοινωνική συνείδηση του ότι η πολιτισμική ισοτιμία και επικοινωνία σε κάθε σφαίρα το πρώτιστο που χρειάζεται και στο οποίο μπορεί να βασιστεί είναι το αίσθημα και ο αγώνας για το κοινωνικά δίκαιο και όχι το διαπολιτισμικά επιθυμητό.  Διαφορετικά, είναι και θα παραμένει παντεσπάνι αντί ψωμιού, άτοπος στόχος, τζάμπα κόπος, και σχέδια επί χάρτου, από τα οποία βέβαια διάφορες «διαπολιτισμικές» ατζέντες μπορούν να κερδίζουν.

Ουκ επί πολιτισμώ μόνω ζήσεται κίνημα

Το ζήτημα είναι ακριβώς αυτό, εν μέσω κρίσης. Εν μέσω κρίσης, το ζήτημα είναι να μη γίνει η «πολυτέλεια» ψευδαίσθηση και υποκατάστατο αγώνων. Γιατί ακριβώς μια τέτοια αντιστροφή είναι προ των πυλών: το σχετικά ανέξοδο για τους κρατούντες ζήτημα μιας έτσι κι αλλιώς σαθρής, εφόσον δε στηρίζεται σε κοινωνική ισότητα, πολιτισμικής αποδοχής να γίνει η βασική ενασχόλησή της αλληλεγγύης, εφόσον “άλλα πράγματα τώρα δε μπορούν να γίνουν”. Να μετατραπεί το “πολιτισμικό” σε πρόταγμα πρώτης προτεραιότητας, ως “ανάμνηση” των άλλων κινήσεων κοινωνικής αλληλεγγύης, που δεν έγιναν όπως έπρεπε όταν ήταν μπορετό, και που τώρα πια «δε μπορούν να γίνουν».

Αυτό ασφαλώς θα μπορούσε να συνδεθεί και με την ευρύτερη κοινωνική κίνηση σε σχέση με την πολιτισμική και δημιουργική ζωή.  Αν η άνθιση πολιτισμικών και δημιουργικών δραστηριοτήτων και φορέων τα τελευταία χρόνια, και στο κέντρο και στην περιφέρεια, ήταν το επιστέγασμα μιας ανόδου του βιοτικού επιπέδου, στις δύσκολες μέρες της σπάνης που ήρθαν και έρχονται υπάρχει ο κίνδυνος το σχετικά ανέξοδο και διάχυτο πεδίο ενός ατομικιστικού , ακοινωνικού πολιτισμού να παίξει το ρόλο του χρυσού περιβλήματος ενός πολύ πικρού χαπιού. Φαίνεται ότι, με περικοπές βεβαίως, για να μην πούμε στο τσάμπα, τα καλλιτεχνικά “μπάνια του λάου” δεν κόβονται, για να αποξεχνιόμαστε και να πιστεύουμε ότι το πράμα τελικά “δεν αλλάζει και τόσο”, ή ότι αυτό που συμβαίνει είναι υποφερτό και αποτέλεσμα οικονομικών νομοτελειών απέναντι στις οποίες το μόνο που μπορεί κανείς είναι να κάνει υπομονή και … τέχνη.

Στο ζήτημα της αλληλεγγύης αυτό θα ήταν καταστροφικό: υπάρχει μεγάλος ο κίνδυνος να αναδειχθεί το «πολιτισμικό», στο πεδίο εκείνο το οποίο το αντιρατσιστικό κίνημα μπορεί να καταγάγει εύκολους «θριάμβους» σε δύσκολες εποχές, διατηρώντας και την τόσο απαραίτητη «αισιοδοξία» του.   Υπάρχει μια πονηρή μηχανική σε αυτή τη διαδικασία: το κίνημα όσο τροφοδοτεί τον αντιρατσισμό του με διαπολιτισμικότητα, και μάλιστα εύπεπτη, φολκλορική, απροβλημάτιστη, «θετική», τη μόνη, δηλαδή, που επιτρέπει η κινηματικώς διαδεδομένη διανοητική οκνηρία και έλλειψη αυτοπεποίθησης, τόσο περιορίζει τον ορίζοντά του αντιρατσισμού του. Και δε θα αργήσει η ώρα που το «πολιτισμικό» θα ορίζει όχι μόνο τις εορταστικές αλλά και τις «σοβαρές» πλευρές του μεταναστευτικού.   Που θα συζητάμε στα σοβαρά για τη «μαντίλα» ως κριτήριο για να απολαμβάνει κείνη που τη φορά ή της τη φορούν τα στοιχειώδη κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα.

Δεν υπάρχει περισσότερο Προκρούστεια λογική από αυτή που θέλει τον πολιτισμικό πλουραλισμό κύρια εξηγητική αρχή των κοινωνικών αντιθέσεων, αυτό το ξέρουμε.  Το ξέρουμε από την εμπειρία άλλων χωρών.  Το είδαμε σε ψήγματα στην διαμάχη για το σχίσιμο του Κορανιού πριν από ένα περίπου χρόνο.  Κι αν συνηθίζουμε να πλαγιάζουμε σε τέτοια κρεβάτια για «καλό σκοπό», για το σκοπό του να φέρουμε τις κοινωνικές αντιθέσεις στα γνώριμα και ειρηνευτικά νερά της διαπολιτισμικής συνεννόησης και ανεκτικότητας, δε θα αργήσει η ώρα που υπνωτισμένοι θα βρεθούμε δεμένοι πάνω τους.   Γιατί οι αντιθέσεις ούτε καλύπτονται ούτε συμφιλιώνονται διαπολιτισμικώς.

Για να εστιάσουμε στο τοπικό ζήτημα, δυστυχώς, μπορούμε να πούμε ότι δείγματα της διολίσθησης που πιο πάνω περιγράψαμε μπορεί κανείς να διαγνώσει στη φετινή καμπάνια και το όλο κλίμα γύρω από το αντιρατσιστικό φεστιβάλ. Και να το δούμε ως συμπτωματικό πραγμάτων και πρακτικών, αλλά και με όλη τη βαρύτητα που θέτει κάτι που γίνεται στον τόπο σου.

Η φτώχεια θέλει καλοπέραση: το αντιρατσιστικό «φεστιβαλίζειν» ως σύμπτωμα κινηματικής μυωπίας

Το ζήτημα είναι πρώτιστα: γιατί να είναι ο αντιρατσισμός αιτία εορτασμού, έστω και μια φορά το χρόνο; Και μάλιστα να είναι λόγος ενός προεξοφλημένου πανηγυριού, που έχει αναχθεί σε μεγάλο βαθμό σε αυτοσκοπό;

“Γιορτάζουμε τον αντιρατσισμό για να είμαστε λιγότερο ρατσιστές και …. να μπορούμε να γιορτάζουμε περισσότερο τον αντιρατσισμό”. Αυτή μήπως δεν είναι η βασική ιδέα και απάντηση; Γνωρίσαμε και βιώσαμε στο εορταστικό χωνευτήρι της ποικιλομορφίας να διαλύονται δυστυχώς τα μαχητικά, αλληλέγγυα μηνύματα.  Εδώ δε μιλάμε απλά και μόνο για τα όσα πολιτισμικά ή μη πολιτισμικά, φολκλορικά ή όχι, χαρούμενα ή σοβαρά περιλαμβάνουν ή όχι αυτά τα φεστιβάλ και το συγκεκριμένο, αλλά για τη σταδιακή διολίσθηση της συνολικής τους λειτουργίας και του λόγου ύπαρξής τους. Από (θεωρητικά) βήμα για διαφορετικές – και διακριτές – φωνές, από (θεωρητικά) ορμητήριο αγωνιστικών πρωτοβουλιών, από (θεωρητικά) κριτήριο της δυναμικής της αλληλεγγύης, σε μηχανή ομογενοποίησης των αντιρατσιστικών πρακτικών, σε υποκατάστατο φωνών, πρωτοβουλιών, αλληλεγγύης. Σε κριτήριο, ακόμα, περιοριστικό της αυτοκατανόησης και του αυτοπροσδιορισμού του αντιρατσιστή και του αλληλέγγυου. Σε καταλύτη, με λίγα λόγια, της μετάλλαξης του «πολιτισμικού και του εορταστικού σε πρώτη κι έπειτα μοναδική επιλογή του αντιρατσιστικού κινήματος.

Κι αν μιλάμε για διολίσθηση, είναι γιατί αυτές οι αλλαγές δε γίνονται ριζικά και με σαφήνεια, αλλά θέλουν να παρουσιάζονται ως αυτονόητα. Βασικός στόχος, «αυτονόητος» ο εορτασμός.  Βασική, “αυτονόητη” η γραμμή της “διαφορετικότητας” και του εορτασμού της ως βάση του αντιρατσισμού.  Αυτονόητο ότι γύρω από αυτή τη βασική γραμμή οι μετατοπίσεις είναι αυτές που θα ορίζουν γενικά τους λόγους, τις αιτίες, τα αιτήματα του κινήματος αλληλεγγύης. «Αυτονόητη», λοιπόν, φαίνεται η εδώ και χρόνια επιλογή των διοργανωτών του αντιρατσιστικού φεστιβάλ να τονίζουν το χαρακτήρα γιορτής, και δώσ’ του γιορτής, στην απεύθυνσή τους στην τοπική και όχι μόνο κοινωνία. Γύρω από αυτό το κεντρομόλο νόημα, οι ετήσιες μετατοπίσεις μπορούν να έχουν μονάχα το φτωχό, μίζερο χαρακτήρα της ήπιας προσαρμογής στην κοινωνική επικαιρότητα. Μια ανερμάτιστη προσαρμογή που θέλει απλά να παρακολουθεί τα ζητήματα, αδυνατώντας να τα αντιμετωπίσει: «αυτονόητη» λοιπόν και η φετινή στόχευση του φεστιβάλ στα της οικονομικής κρίσης, και η σχετική υποβάθμιση του «αντιρατσιστικού» του χαρακτήρα προς χάριν μιας γενικής, καθολικής κοινωνικής απεύθυνσης (δείτε λ.χ. τη σχέση μεγέθους μεταξύ των λέξεων στο λογότυπο του φετινού…. ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ … και θα καταλάβετε πολλά).

Και είναι εξίσου αποπροσανατολιστικό για αντιρατσιστική και κοινωνική δομή το κεντρικό του ζήτημα και μήνυμα να είναι τόσο γενικό και “πανκοινωνικό” (“οι ζωές μας πάνω από τα κέρδη τους”), σε σημείο που να στερεί από την τοπική κοινωνία την ευκαιρία να δει το ζήτημα από την ουσιαστική και όχι τη λαϊκίστική του πλευρά. Να επεξεργαστεί αυτοκριτικά τις ευθύνες όλων για το λίγο της αλληλεγγύης, που στέλνει τον κόσμο ατομικά και εθνικά διαχωρισμένο αλλά γενικώς… αδιάβαστο στη δίνη μιας δομικής κρίσης. Και κυρίως να δει ότι ακόμα ή μάλλον ειδικά σε καιρό κρίσης οι κοινωνικοί διαχωρισμοί οξύνονται. Ότι και πάλι οι μετανάστες θα είναι όχι απλά οι “από κάτω”, αλλά αυτοί που θα ορίζουν το “από κάτω”.

Δυστυχώς προβλέπουμε ένα φεστιβάλ κοντής μνήμης και ένα φεστιβάλ που δε θα καλύψει παρά την – απολύτως σεβαστή αλλά από κάθε άποψη “λίγη” –  ανάγκη των μεταναστών να ακούσουν μουσική από την πατρίδα τους – ή μήπως φέτος θα παίζει κυρίως ελληνικά, τιμής ένεκεν στους νεόκοπους της κρίσης (για τους μετανάστες, εδώ ή στις χώρες καταγωγής τους, η κρίση είναι διαρκής).

Κρίση της αλληλεγγύης και αλληλεγγύη εν μέσω κρίσης

Η κριτική στο θεσμό του αντιρατσιστικού φεστιβάλ είναι κομμάτι μιας έμπρακτης κριτικής στην παγίωση, την αυτοαναφορικότητα, την αμοιβαδική αναπαραγωγή μέσα από την οποία θεσμίσεις και συλλογικότητες επιδιώκουν πριν και πάνω από όλα την αυτοαναπαραγωγή τους στα τοπικά πλαίσια. Μέσα από λογικές φαύλου κύκλου και ιδιοτελές (όσο και…. πλουραλιστικό) στένεμα του κινηματικού ορίζοντα.

Την ίδια στιγμή η κρίση επιμερίζει καθήκοντα, τα οποία είναι απολύτως σαφή: επιτέλους “οι χώροι αντίστασης” να αντιληφθούν με την απαραίτητη σοβαρότητα και συνέπεια την κρισιμότητα της αλληλεγγύης στους μετανάστες ως αλληλεγγύη μεταξύ των υφισταμένων εκμετάλλευση. Υπάρχει μια μεγάλη τρύπα στα νώτα της αντίστασης των κοινωνιών και αυτή η τρύπα είναι η διάκριση ντόπιων και μεταναστών.

Η κρίση επιμερίζει επιπλέον ειδικά καθήκοντα σε όσους ήδη προτάσσουν τον αντιρατσισμό, να μη ρίχνουν τις φωνές αντίστασης και αυτοοργάνωσης στον πολιτισμικό κουβά, αλλά να αναπτύσσουν πραγματικές δράσεις, δράσεις που να στοχεύουν στην συμπαράταξη ανθρώπων όχι με γνώμονα τη μια μέρα αλλά με στόχο το διαρκή και συνεπή αγώνα που θα απαιτείται από εδώ και στο εξής.

Για μας η κρίση δεν επιμερίζει καθήκοντα καλοπέρασης αλλά καθήκοντα αντίστασης. Δυστυχώς το «πολιτισμικό πεδίο» δεν είναι ένας «σπόρος κάτω από το χιόνι» που θα διατηρήσει την ετοιμότητα και το δυναμικό για άλλους αγώνες όταν οι συνθήκες το ευνοήσουν. Αντιθέτως μπορεί να γίνει ένα ζιζάνιο που να κατακλύσει μονόπλευρα τη σκέψη και τη δράση της αλληλεγγύης.

Ιούνης 2010

Σταύρος Ψαρουδάκης

Νίκος Μαρκετάκης

Μάρκος Χατζησάββας

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s